WB01343_.gif (599 bytes)WB01345_.gif (616 bytes) Griekse uitgaven 1 / 2 / grecque

loustal = Λουστάλ

http://www.aicf.gr/el/press/1
http://www.aicf.gr/el/press/2
http://www.aicf.gr/el/press/3

 

9th


http://www.aicf.gr/el/press/29

 

 


http://www.aicf.gr/en/9o-festibal/retrospective/jacques-de-loustal

FESTIVAL

Born in 1956, Jacques de Loustal is one of the greatest European artists in the arts of comics and illustration. Since 1979, he was been working with the scriptwriter Philippe Paringaux, originally on short stories for “Métal Hurlant” and after that for “À Suivre” on a series of wonderful stories (“Coeurs de Sable”, “Barney et la Note Bleue”, “Un Jeune Homme Romantique” and “Kid Congo”). He has published stories in numerous magazines, mainly in collaboration with scriptwriters such as Jean-Luc Fromental and Jerome Charyn. He stands out as an important prolific illustrator, publishing both personal albums and portfolios and working on the books of authors like Georges Simenon. He has made a lot of covers for the “New Yorker” and has published an array of traveler’s albums featuring his travels. Moody, with a retro sense of elegance, Loustal can be described one of the last romantics of our era. This retrospective featured a wide range of work in all his fields of interest: comics, illustration, and painting. The guest of honor in this year’s Festival, he spent a lot of time making copies of his albums for his fans.

www.aicf.gr

  Μεγάλοι του κόμικ στην Τεχνόπολη


Στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων από τις 7-10/10 2004, θα φιλοξενηθεί το 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς, του περιοδικού «Βαβέλ», με τίτλο
Με βασικό «κορμό» τα ανθρώπινα δικαιώματα, το φεστιβάλ θα φιλοξενήσει μεγάλη μεγάλη ομαδική έκθεση Ελλήνων σχεδιαστών με πρωτότυπα έργα. Μεταξύ άλλων θα συμμετέχουν: Ελενα Ναβροζίδου, Γιώργος Μπότσος, Σπύρος Βερύκιος, Ηλίας Κυριαζής, Θωμάς, Τάσος Παπαϊωάννου, Soloup, Πέτρος Ζερβός, Φώτης Πεχλιβανίδης, Δημήτρης Παπαστάμος.
Ο Willem, ο γελοιογράφος της γαλλικής εφημερίδας «Liberation» και ο Γιάννης Καλαϊτζής, από τους κορυφαίους Ελληνες σκιτσογράφους, θα «συνομιλήσουν» μέσα από τα σκίτσα και το χιούμορ τους προς τέρψη και προβληματισμό των θεατών. Επίσης, θα διοργανωθούν εκθέσεις του Ελβετού καλλιτέχνη Marcel Bastian, του πολυβραβευμένου καλλιτέχνη κινουμένων σχεδίων Georges Schwizgebel και του εικαστικού δημιουργού κόμικς Andrea Bruno.
Μία εμβληματική μορφή του αμερικανικού πρωτοποριακού κόμικ θα έχει την τιμητική της στο φεστιβάλ. Πρόκειται για τον Gilbert Shelton και τους «Freak Brothers» του, τους ήρωές του. Επιπλέον η Emanuela Biancuzzi θα παρουσιάζει δουλιά της με θέμα την προστασία των ζώων και ο Alessandro Gottardo τη βραβευμένη ενότητα «WAR - τα παιδιά στον πόλεμο». Οι κεντρικές εκθέσεις ολοκληρώνονται με την ομαδική έκθεση των Will Eisner, Andrea Pazienza, Giuseppe Palumbo, Roberto Baldazzini, Davide Fabbri και Francesca Ghermandi με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις περίφημες «Πόρτες» του Mario Dalmaviva.
Ενας ακόμη σημαντικός δημιουργός της τέχνης του κόμικ, ο Γάλλος Jacques de Loustal θα είναι τιμώμενος του φεστιβάλ, με μεγάλη αναδρομική έκθεση με κόμικς, εικονογραφήσεις και ζωγραφική του. Ακόμη και η γραφιστική θα τιμηθεί, αφού, σε συνεργασία με το Μουσείο Design της Θεσσαλονίκης, οργανώνεται έκθεση έργων του πολυβραβευμένου γραφίστα David Tartakover.
Οπως πάντα, το φεστιβάλ πλαισιώνεται με συναυλίες και θέατρο δρόμου. Είσοδος ελεύθερη.

2004

Από τις 7 Οκτωβρίου έως και τις 10 Οκτωβρίου στην Τεχνόπολη (Πειραιώς 100 και Περσεφόνης 2) θα πραγματοποιηθεί το 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, με ελεύθερη είσοδο. Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως εξής: 
o Θεματική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών: μεγάλη ομαδική έκθεση Ελλήνων σχεδιαστών με πρωτότυπα έργα πάνω στο θέμα του φεστιβάλ (System terror) και τα ανθρώπινα δικαιώματα. (Έλενα Ναβροζίδου, Γιώργος Μπότσος, Σπύρος Βερύκιος, Ηλίας Κυριαζής, Θωμάς, Τάσος Παπαϊωάννου, Soloup, Πέτρος Ζερβός, Φώτης Πεχλιβανίδης, Δημήτρης Παπαστάμος, κ.ά.)
Δύο γελοιογράφοι: Ο Willem, ο γελοιογράφος της γαλλικής "Liberation" και ο Γιάννης Καλαϊτζής, ένας από τους κορυφαίους Έλληνες πολιτικούς σκιτσογράφους. 
Έκθεση του Ελβετού πρωτοπόρου καλλιτέχνη Marcel Bastian.
Έκθεση και προβολές του διάσημου πολυβραβευμένου καλλιτέχνη κινουμένων σχεδίων Georges Schwizgebel.
Έκθεση του εικαστικού δημιουργού κόμικς Andrea Bruno.
Gilbert Shelton Tribute: ομαδική έκθεση αφιερωμένη στους Freak Brothers και στο δημιουργό τους, Gilbert Shelton, εμβληματική μορφή του αμερικανικού underground.
Δύο εικονογράφοι: η Εmanuela Biancuzzi παρουσιάζει τη δουλειά της με θέμα τα δικαιώματα των ζώων και ο Alessandro Gottardo τη βραβευμένη ενότητα WAR- τα παιδιά στον πόλεμο. 
Ομαδική έκθεση των Will Eisner, Roberto Baldazzini, Davide Fabbri, Francesca Ghermandi, Giuseppe Palumbo και Andrea Pazienza με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα, σε συνεργασία με την Ιταλική Amnesty International. 
Οι περίφημες ΠΟΡΤΕΣ του Mario Dalmaviva.
Αναδρομική έκθεση:
Μεγάλη αναδρομική έκθεση με κόμικς, εικονογραφήσεις και ζωγραφικά έργα του περίφημου Γάλλου καλλιτέχνη Jacques de Loustal.
Γραφιστική: Σε συνεργασία με τον Μουσείο Design της Θεσσαλονίκης, έκθεση έργων του πολυβραβευμένου γραφίστα David Tartaakover.

 
Εικόνα του Jacques de Loustal
http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=2519507&publDate=
 
 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Loustal

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 1998
comics Τα λάθη που κάνουμε σχεδιάζοντας είναι η ποιητική διάσταση του σχεδίου

«Είναι απαραίτητο στην παρέα μας να υπάρχει και ένας Γάλλος» έλεγε ο Ντίρενματ, εννοώντας ότι πρέπει να έχουμε και κάποιον να πειράζουμε... Αυτό δεν ισχύει για τον Γάλλο που είναι καλεσμένος του περιοδικού «Βαβέλ» στο τρίτο φεστιβάλ κόμικς στην Αθήνα και φιλοξενούμενος δικός μας σε αυτή την κυριακάτικη παρέα που περιλαμβάνει έξι από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς κόμικς στον κόσμο. Ο κ. Loustal είναι τα τελευταία χρόνια ο πιο δημοφιλής σχεδιαστής κόμικς στη Γαλλία αλλά και στην Ευρώπη. Τα τρυφερά εικαστικά κόμικς του κυριαρχούν στις προτιμήσεις των αναγνωστών. Ο ίδιος δεν περιορίζεται μόνο στα κόμικς... Εχει δοκιμάσει την τύχη του στον απαιτητικό χώρο της ζωγραφικής και στη διαφήμιση. Από κοντά ο Loustal θυμίζει τους ήρωές του. Τον συναντήσαμε στην πισίνα του ξενοδοχείου «Holiday Inn» της Αθήνας. Κρατούσε στο χέρι του ένα μυθιστόρημα του Τουρνιέ, έπινε Κόκα-Κόλα και συνεχώς όσο διαρκούσε η κουβέντα μας με τα δυο του χέρια μάζευε τα μακριά του μαλλιά πίσω από τα αφτιά του. Η συζήτησή μας κράτησε μία ώρα.

Τι είναι αυτό που κάνει μια ιστορία ενδιαφέρουσα;

«Νομίζω οι ήρωες. Το πιο σημαντικό κομμάτι σε μια ιστορία είναι οι πρωταγωνιστές της. Για παράδειγμα, στην τελευταία ιστορία που ετοιμάζουμε τώρα με τον Τζερόμ Τσαρίν  με τον οποίο ήδη έχουμε κάνει μαζί ένα βιβλίο  συνέβη το εξής: μια ημέρα μου έδωσε να διαβάσω ένα πρόχειρο κειμενάκι. Εγώ δεν ήξερα αν ήθελα να ξαναδουλέψω μαζί του. Με το που ξεκίνησα όμως να το διαβάζω, δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου  ήταν συναρπαστικό. Θέλω να πω ότι αυτή η αίσθηση που σου δημιουργείται από την αρχή είναι ένα πρώτο σημάδι. Το πρόβλημα τη στιγμή που ψάχνω να βρω το σενάριο είναι ότι δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω  γιατί, αν ήξερα, θα το έγραφα μόνος μου».

Τι είναι αυτό το οποίο έρχεται να προσθέσει η εικόνα σε μια ιστορία που έχει ήδη γραφθεί;

«Η ιστορία ξεκινάει από μια ιδέα που κάθεσαι και την αναπτύσσεις μέσα σε μερικές σελίδες. Το κόμικ είναι απλώς ένας τρόπος με τον οποίο επιλέγεις να την αφηγηθείς σε κάποιους ανθρώπους και να τη μοιρασθείς μαζί τους. Ενας άλλος δημιουργός θα μπορούσε να έχει επιλέξει, ας πούμε, τον κινηματογράφο ή το μυθιστόρημα για να πει την ιστορία με τον δικό του τρόπο. Αυτό είναι όλο: ένα μέσο μεταξύ άλλων».

Εχετε νιώσει ποτέ την ανάγκη να «πείτε» ξανά μέσω των κινουμένων σχεδίων μια ιστορία η οποία έχει ήδη ειπωθεί ολοκληρωμένα με ένα άλλο μέσο έκφρασης, η οποία έχει γίνει, π.χ., ταινία ή μυθιστόρημα;

«Αυτό που λέτε μπορεί να συμβεί περισσότερο στην περίπτωση του μυθιστορήματος ή γενικότερα ενός λογοτεχνικού κειμένου: να αποδοθεί, δηλαδή, μια τέτοια ιστορία μέσω κόμικς. Γιατί μπορεί, ας πούμε, ο αναγνώστης να καλυφθεί μέσω του μυθιστορήματος ενώ εγώ προτιμώ μια βερσιόν ιδωμένη μέσα από τη λογική των εικόνων. Τώρα, αν μιλάμε για μια κινηματογραφική ταινία, εκεί τα πράγματα αλλάζουν. Επειδή είσαι υποχρεωμένος να ακολουθήσεις μια ρεαλιστική λογική στην αφήγηση, μοιραία γίνεται μια σύγκριση η οποία τονίζει τις ελλείψεις που έχει το κόμικ ως μέσο. Και το κάνει να φαίνεται ένα είδος φτωχού συγγενούς σε σχέση με τον κινηματογράφο. Λογικό δεν είναι; Τα κόμικς είναι υποπροϊόν του κινηματογράφου και μάλιστα φθηνό, οπότε πώς να έχει ενδιαφέρον για τον θεατή; Εγώ νομίζω ότι, αντίθετα, πρέπει να τονίζουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του μοναδικού μέσου, όπως είναι η μαγεία του σχεδίου, η σχέση ανάμεσα στον λόγο και στην εικόνα, η οπτική ανάγνωση μιας ιστορίας  όλα αυτά».

Ποια είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στα κόμικς και στον κινηματογράφο από την πλευρά του θεατή;

«Θα έλεγα ότι με τα κόμικς ο θεατής αναπτύσσει μια στενή σχέση, πιο άμεση, πιο οικεία. Υπάρχει μεγαλύτερη ευρύτητα στον τρόπο έκφρασης των κόμικς, τα οποία έχουν να κάνουν κυρίως με την εικόνα. Ενώ ο κινηματογράφος τι είναι; Φωτογραφία. Εκεί το πολύ πολύ να διαφοροποιηθεί ο τρόπος με τον οποίο φωτογραφίζεις ή φωτίζεις τα πρόσωπα. Οποιος και να είναι όμως αυτός ο τρόπος, στο τέλος τα πρόσωπα θα μοιάζουν πάρα πολύ με τον θεατή».

Νομίζω ότι μετά το μυθιστόρημα το κόμικ έχει ανάγκη από τη δημιουργική φαντασία του αναγνώστη για να μπορέσει να συμπληρωθεί και να υπάρξει ενώ ο κινηματογράφος συνήθως είναι αυτό που βλέπουμε, δηλαδή είναι κάτι πάρα πολύ ρεαλιστικό.

«Ακριβώς. Ο θεατής ενός κινηματογραφικού έργου είναι πολύ πιο παθητικός. Εκτός αυτού, συνήθως ο κινηματογράφος επιβάλλει στον θεατή ένα συγκεκριμένο ρυθμό ανάγνωσης ή τέλος πάντων εξέλιξης της όλης ιστορίας ενώ στο κόμικ ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό: μπορεί να θέλει να γυρίσει πίσω, να σταθεί σε κάποια σημεία, είναι τελείως διαφορετικό».

Εσείς πώς καταλήξατε να κάνετε κόμικς;

«Κανονικά έχω σπουδάσει αρχιτέκτονας. Την εποχή που έκανα τις σπουδές μου, γύρω στη δεκαετία του '70, στη Γαλλία συνέβαιναν πάρα πολλά στον χώρο των κόμικς και για κάποιον σαν και μένα, που αγαπούσε πάρα πολύ το σχέδιο, ήταν πολύ ερεθιστικό να συμμετέχει σε όλα αυτά. Πάνω από όλα όμως πιστεύω ότι ασχολήθηκα με αυτόν τον χώρο επειδή εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να φαίνεται σιγά σιγά ότι τα κόμικς ήταν το καινούργιο λογοτεχνικό είδος το οποίο δεν απευθυνόταν πια μόνο σε παιδιά ή σε εφήβους. Ηταν σαν να είχε γίνει ξαφνικά μια έκρηξη. Αν, λοιπόν, δεν είχα ασχοληθεί τότε με όλα αυτά, μάλλον θα είχα γίνει αρχιτέκτονας ή μπορεί να έκανα εικονογραφήσεις. Ποτέ πάντως δε θα έκανα κόμικς για παιδιά. Εκείνη την εποχή είχε ξεσηκωθεί ένα κύμα το οποίο μας πήρε μαζί του και να που μας έβγαλε».

Γιατί δεν θα κάνατε ποτέ κόμικς για παιδιά;

«Για παιδιά προτιμώ να κάνω βιβλία. Γιατί στα κόμικς που κάνω εγώ περιέχονται προβληματισμοί που αφορούν κυρίως ενηλίκους. Αυτά που με ενδιαφέρει να λέω είναι πράγματα που θα μου άρεσε και μένα να τα διαβάζω. Ενώ, όταν σχεδιάζεις για παιδιά, πρέπει να είσαι συνεχώς στην τσίλια, να ξέρεις σε ποιον απευθύνεσαι, τι αρέσει στα παιδιά  όλα αυτά. Οι δικές μου ιστορίες είναι ιστορίες για μεγάλους, όχι για παιδιά».

Σε τι διαφέρει το παιδί από τον ενήλικο;

«Οσον αφορά αυτό που συζητάμε, η διαφορά έχει να κάνει με τα θέματα που καλύπτεις μέσα από τη δουλειά σου. Αυτό είναι όλο. Οι δικές μου οι ιστορίες συνήθως μιλάνε για δύσκολους έρωτες, για ναρκωτικά... Στην τελευταία, ας πούμε, μιλάω πολύ για την πορνεία. Ε, αυτά είναι θέματα για τα οποία δεν μιλάει κανείς στα παιδιά, έτσι δεν είναι;». (γέλια)


 

Σύμφωνοι, απλώς η ερώτησή μου ήταν κάπως πιο γενική. Λέμε, ας πούμε, ότι ένας άνθρωπος «είναι πια μεγάλος». Τι σημαίνει μεγάλος;

«Ενα παιδί πρέπει να το αφήσουμε να ανακαλύψει τα πράγματα σιγά σιγά. Στη Γαλλία, όταν γίνεται λόγος για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, λέμε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρόκειται για παιδιά που τους έκλεψαν την παιδική τους ηλικία. Σαν να τα πέταξε, δηλαδή, κάποιος στα βαθιά, σαν να τα έσπρωξε με τη βία στον κόσμο των μεγάλων. Οι μεγάλοι έχουν συνήθως μπροστά τους ένα πανόραμα επιλογών και δυνατοτήτων στις οποίες τα παιδιά δεν έχουν πρόσβαση  τουλάχιστον όχι ακόμη. Γι' αυτά οι δυνατότητες αρχίζουν να ανοίγονται σιγά σιγά. Οχι βέβαια ότι δεν υπάρχουν και παιδιά τα οποία από πολύ νωρίς συμπεριφέρονται ως μεγάλοι  είναι λογικά, έχουν μια σοβαρότητα... Οπως υπάρχουν και μεγάλοι οι οποίοι παραμένουν παιδιά».

Πιστεύετε ότι, αν είχατε γίνει αρχιτέκτονας, δεν θα 'χατε αυτή την ανάγκη να διηγείστε ιστορίες;

«Μα γι' αυτό ακριβώς δεν μετανιώνω καθόλου που δεν έγινα αρχιτέκτονας, παρ' όλο που τις τελείωσα κανονικά τις σπουδές μου. Εννοώ, δεν μετανιώνω που δεν ασχολήθηκα ποτέ επαγγελματικά με την αρχιτεκτονική. Και αν την επέλεξα, είναι επειδή μ' ενδιέφερε περισσότερο το σχεδιαστικό μέρος, η εικαστική παρέμβαση δηλαδή ενός κτιρίου στο περιβάλλον, αυτό που μπορεί κανείς να δει. Κατά δεύτερο λόγο, το έκανα για οικογενειακούς λόγους, επειδή δηλαδή η οικογένειά μου ήθελε να σπουδάσω κάτι και η αρχιτεκτονική ήταν μια επιστήμη που σου άφηνε περιθώρια να εκφρασθείς και καλλιτεχνικά. Γι' αυτούς ήταν αδιανόητο μετά το λύκειο να σπουδάσω μόνο σχέδιο και ζωγραφική. Παρ' όλα αυτά, όπως σας είπα, δεν μετανιώνω γιατί σπούδασα μια επιστήμη με την οποία εύκολα μπορεί κανείς να παθιαστεί, οπότε χαλάλι τα οκτώ χρόνια. Εκτός αυτού, παράλληλα σχεδίαζα κιόλας. Τελειώνοντας τις σπουδές μου είχα ήδη δημοσιεύσει τρία άλμπουμ».

Πάντως βλέπει κανείς στις εικόνες σας και μια αρχιτεκτονική άποψη. Είναι σαν να δημιουργείτε, δηλαδή, μέσα από αυτές ένα ολόκληρο περιβάλλον.

«Ναι, καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε. Κατ' αρχάς υπάρχει η ακρίβεια των γραμμών και κατά δεύτερο λόγο μια οργάνωση του χώρου μέσα σε κάθε καρέ. Υπάρχει, δηλαδή, μια αναλογία από αυτή την άποψη με την αρχιτεκτονική».


 

Εσείς όταν λέτε «δημιουργός», τι εννοείτε;

«Σε ό,τι έχει να κάνει με τις δύο διαστάσεις  π.χ., ο δημιουργός μπροστά σε ένα λευκό φύλλο χαρτί , νιώθει την ανάγκη να γεμίσει το άδειο χαρτί, να δημιουργήσει κάτι πάνω σε αυτό. Για μένα αυτή η ανάγκη καταδεικνύει τον δημιουργό. Για να καταλάβετε, εγώ, αντιθέτως, βλέποντας ένα κομμάτι γης ποτέ δεν έχω πει: "Α, να, εδώ θα ήθελα να χτίσω ένα κτίριο που να είναι έτσι, εδώ θα υπάρχει μια κολόνα". Νομίζω ότι είναι κάτι το οποίο σου βγαίνει ενστικτωδώς. Εγώ αισθάνομαι πολύ πιο άνετα όταν έχω να οργανώσω ένα χώρο ο οποίος είναι δισδιάστατος».

Αυτό είναι που ο πολύς κόσμος ονομάζει ταλέντο: η ικανότητα που έχει ένας άνθρωπος να είναι δημιουργός σε κάτι που είναι πάρα πολύ συγκεκριμένο;

«Ισως. Από εκεί και πέρα υπάρχουν επίπεδα δημιουργίας. Προσωπικά είμαι άνθρωπος των εικόνων, νιώθω σαν να απαιτούν από μένα οι εικόνες να τις προσέξω, κυριολεκτικά τρέφομαι από αυτές. Σαν να έχω ένα είδος βουλιμίας. Οταν ταξιδεύω, όταν διαβάζω, τα πάντα μπροστά μου γίνονται εικόνες. Και ένας λόγος που ταξιδεύω τόσο πολύ είναι ακριβώς για να δέχομαι συνεχώς καινούργια οπτικά ερεθίσματα από τα οποία μετά θέλω να βγω για να μπορέσω να τα βάλω σε μία τάξη. Και αυτό το πετυχαίνω μόνο δημιουργώντας τις δικές μου εικόνες».

Πότε ήταν η πρώτη φορά που εκδηλώθηκε αυτή η βουλιμία σας για εικόνες;

«Είναι δύσκολο να πει κανείς γι' αυτά τα πράγματα πότε ακριβώς ξεκινάνε. Μάλλον από τη στιγμή που αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε "γιατί σχεδιάζω; "  γιατί λίγο-πολύ όλοι οι δημιουργοί θέτουν στον εαυτό τους αυτό το ερώτημα. Και αυτό επειδή ως παιδιά λίγο-πολύ όλοι μας ζωγραφίζουμε. Μερικοί συνεχίζουν να ζωγραφίζουν και στην εφηβεία τους ενώ άλλοι σταματάνε. Για μένα τα σχέδιο αντιπροσώπευε πάντα κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Οταν σου συμβαίνει λοιπόν αυτό από μία ηλικία και μετά αρχίζεις να το αναλύεις, προσπαθείς να καταλάβεις τι είναι αυτό που σε τραβάει τόσο πολύ στο σχέδιο, στη φωτογραφία... Να καταλάβεις την ανάγκη σου να βλέπεις κινηματογράφο και έργα ζωγραφικής. Σιγά σιγά αυτή η σχέση με την εικόνα εξελίχθηκε σε κάτι πάρα πολύ σημαντικό, το οποίο με ώθησε στη δημιουργία. Πάντως, γενικά, δεν έχω πολύ καιρό που έβαλα μία τάξη σε όλα αυτά που έκανα κατά καιρούς στη ζωή μου».

Οι γονείς σας τι δουλειά έκαναν;

«Ο πατέρας μου ήταν πιλότος της πολεμικής αεροπορίας. Η μητέρα μου δεν δούλευε».

Δεν αντέδρασαν οι γονείς σας όταν τους είπατε ότι θα κάνετε αυτή τη δουλειά;

«Ναι, αντέδρασαν κάπως αλλά επιλέγοντας να σπουδάσω αρχιτεκτονική ήταν ένας τρόπος να τους ξεφύγω. (γέλια) Η αλήθεια είναι ότι τώρα πια εγκρίνουν αυτό που κάνω αλλά κυρίως επειδή βλέπουν ότι ζω καλά, ότι βγάζω λεφτά, ξέρετε. Δεν έχει σημασία που δεν διαβάζουν αυτά που κάνω ούτε είναι υποχρεωτικό να αγαπάνε κι εκείνοι τη δουλειά μου».

Η χώρα ενός δημιουργού είναι περισσότερο η χώρα της φαντασίας ή η χώρα της πραγματικότητας;

«Στη δική μου περίπτωση, της πραγματικότητας. Η δουλειά μου δείχνει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω την πραγματικότητα. Επειδή ακριβώς δεν τα πάω καλά με τη φαντασία, γι' αυτό δυσκολεύομαι να γράφω δικές μου ιστορίες. Βλέπω, δηλαδή, γύρω μου εικόνες αλλά έχω τρομερή δυσκολία στο να φαντασθώ τι θα συμβεί τελικά στους ήρωες των εικόνων μου. Η αλήθεια είναι ότι οι εικόνες οι δικές μου είναι συγκεκριμένες, είναι στατικές: δύο άνθρωποι καθισμένοι σε ένα σαλόνι τακτοποιημένο το οποίο έχει ένα πολύ συγκεκριμένο φωτισμό  όλα αυτά μπορούν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα που θα έρθει μετά ο αναγνώστης να την προχωρήσει. Προτιμώ να την παγώνω, δηλαδή, την εικόνα σε μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή παρά να στηρίξω επάνω της μια ιστοριούλα ξέροντας από πριν τι θα συμβεί σε αυτούς τους δύο ανθρώπους».

Γιατί οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να διαβάζουν ιστορίες;

«Προσωπικά δεν διαβάζω σχεδόν τίποτε άλλο εκτός από μυθιστορήματα, ακριβώς επειδή νιώθω έντονη αυτή την ανάγκη που λέτε. Είναι ένας τρόπος να δραπετεύει κάποιος, να συναντιέται με ανθρώπους οι οποίοι κάνουν πράγματα που αυτός δεν μπορεί να τα κάνει. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην του αρέσουν οι ιστορίες, που κάποια στιγμή να μην τις έχει ανάγκη. Αλλωστε, γιατί νομίζετε ότι τα πάει τόσο καλά η τηλεόραση;».

Δηλαδή, είναι σαν να ζούμε πολλές ζωές σε μία;

«Ακριβώς, το πρόβλημα είναι ότι ο κάθε άνθρωπος ζει μόνο μία φορά. Μέσα από τα μυθιστορήματα μπορεί να φαντάζεται και άλλες ζωές που θα μπορούσε να ζήσει. Γι' αυτό τις περισσότερες φορές οι βασικοί ήρωες στα λαϊκά μυθιστορήματα είναι πρόσωπα με τα οποία ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί εύκολα».

Τα λάθη είναι πηγή γνώσης για σας;

«Φυσικά, αρκεί να είναι κάποιος σε θέση να μάθει από αυτά. Ξέρετε, δεν είναι όλοι σε θέση να μάθουν από τα λάθη τους. Οταν όμως μιλάμε για λάθη που μπορεί να κάνει κάποιος σχεδιάζοντας, εκεί τα λάθη έχουν άλλη αξία... εκεί μιλάμε πλέον για την ποιητική διάσταση του σχεδίου. Το λάθος είναι η ποίηση που κρύβεται μέσα σε ένα σχέδιο. Προσωπικά δεν μου αρέσουν οι δεξιοτέχνες σχεδιαστές, αυτοί δηλαδή που μπορούν να σχεδιάσουν με μεγάλη ευκολία τα πάντα και καλά. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που βγάζουν προς τα έξω ένα δικό τους στυλ, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς που τους θέτει η ίδια η δουλειά. Τις περισσότερες φορές η μαγεία του σχεδίου βρίσκεται μέσα στα λάθη. Για παράδειγμα, μέσα στα έργα αφηρημένης τέχνης πολύ συχνά βρίσκει κάποιος πράγματα που μπορούν να τον αγγίξουν, που δείχνουν προς τα έξω τη βαθιά επιθυμία του δημιουργού να ζωγραφίσει και μια τεράστια ευχαρίστηση που νιώθει όταν το κάνει αυτό. Το αντίθετο ακριβώς είναι ο μύθος του καλού σχεδιαστή ή του καλού ζωγράφου, ο οποίος δεν κάνει ποτέ λάθη. Είναι όμως ποτέ δυνατόν; Αφού όλοι οι άνθρωποι κάνουμε λάθη, διαφορετικά σημαίνει ότι δεν προσπαθούμε, δεν πειραματιζόμαστε... Μόνο οι αδρανείς δεν κάνουν λάθη».


 

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα ενός ανθρώπου που έχει αποφασίσει να εκφράζεται σχεδιάζοντας κόμικς;

«Το ότι από ένα σημείο και μετά είσαι δέσμιος του στυλ σου, της υπογραφής σου, του γραφικού χαρακτήρα σου. Για μένα αυτό είναι ένας από τους πιο δυσάρεστους καταναγκασμούς που σου επιβάλλει η δουλειά· το να σχεδιάζεις δηλαδή συνεχώς τους ίδιους ανθρώπους, με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Γι' αυτό και δεν ασχολούμαι τόσο συχνά με το κινούμενο σχέδιο· προτιμώ τη ζωγραφική, τις εικονογραφήσεις  εικόνες που ολοκληρώνονται μία και έξω. Το πρόβλημα, προτού αρχίσεις να δουλεύεις πάνω σε μια ιστορία, είναι το ίδιο με το πρόβλημα του κάστινγκ που υπάρχει στον κινηματογράφο· πρέπει να βρεις ποιο είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να υποδυθεί έναν ήρωα. Εγώ δουλεύω πολύ με καταλόγους, με πρόσωπα ηθοποιών της δεκαετίας του '30, επειδή οι περισσότεροι ηθοποιοί τότε είχαν αυτό που θα λέγαμε "αναγνωρίσιμο τύπο"  ο καθένας από αυτούς λίγο-πολύ ήταν ταυτισμένος φυσιογνωμικά με ένα συγκεκριμένο ήρωα. Το πρόσωπό τους σχεδόν "μιλούσε" σε σχέση με αυτό που εξέφραζαν. Η ιστορία που ετοιμάζω αυτόν τον καιρό διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη στη δεκαετία του '70 κι έτσι ακόμη δεν ξέρω καθόλου πού θα ψάξω να βρω τους ήρωές μου. Στην κυριολεξία, είναι σαν να μιλάμε για ηθοποιούς. Από την άλλη, επειδή δεν μου αρέσει και πολύ να εκφράζομαι ρεαλιστικά, μερικές φορές μού αρκεί ένας υπαινιγμός, μια γενική περιγραφή των προσώπων. Ολα αυτά συνήθως είναι προβλήματα που τα αντιμετωπίζει κάποιος και στις εικονογραφήσεις βιβλίων. Κάποια στιγμή είχα χρησιμοποιήσει ακόμη και εγχειρίδια μορφοψυχολογίας, αν και δεν ξέρω πόσο είναι καλό κάτι τέτοιο. Νομίζω ότι είναι καλύτερα να αφήνεις τα πράγματα να έρχονται από μόνα τους· να κάνεις μια καλή ανάγνωση της ιστορίας, μια όσο το δυνατόν καλύτερη ανάλυση των ηρώων και μετά να αφεθείς να κάνεις σκιτσάκια που σιγά σιγά θα σε βοηθήσουν να βρεις τον ήρωά σου».

Εσείς πώς καταλήξατε σε αυτή την αναγνωρίσιμη γραμμή σας;

«Τις περισσότερες φορές το στυλ βγαίνει ως αποτέλεσμα των δυσκολιών που συναντάει κάποιος σχεδιαστικά, των ορίων με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος και των επιρροών του. Προσωπικά δεν μου αρέσει να δεσμεύομαι από ένα συγκεκριμένο στυλ, γι' αυτό και αλλάζω τόσο συχνά τα εργαλεία με τα οποία δουλεύω».

Παρ' όλα αυτά, όποια ιστορία και να πάρεις, βλέπεις από μακριά ότι αυτό είναι Loustal;

«Νομίζω ότι αυτό γίνεται μάλλον υποσυνείδητα. Είναι κάτι το οποίο δεν το υπολογίζεις εκ των προτέρων. Γι' αυτό το σχέδιο είναι κάτι πάρα πολύ προσωπικό, ένα είδος γραφικού χαρακτήρα. Επειτα το στυλ είναι κάτι που βγαίνει και από τον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετεί κάποιος τους ήρωες των ιστοριών του».

Κάθε φορά που τελειώνετε μια ιστορία, σας ενδιαφέρει καθόλου τι θα απογίνουν οι ήρωές σας;

«Οι δικοί μου ήρωες τις περισσότερες φορές στο τέλος πεθαίνουν (γέλια). Κάθε φορά πάντως που τελειώνει μια ιστορία, νιώθω πολύ στενοχωρημένος που πρέπει να εγκαταλείψω πρόσωπα με τα οποία έζησα σχεδόν ένα χρόνο. Κάθε φορά υπάρχει μια ημέρα που ξέρω ότι είναι η τελευταία φορά που τα ζωγραφίζω. Είναι πολύ συγκινητικό. Επειδή όμως δεν κάνουμε ποτέ τη συνέχεια μιας ιστορίας, συνήθως τους εγκαταλείπω τους ήρωές μου».

Μοιάζει λιγάκι σαν μια άσκηση στον θάνατο όλο αυτό;

(γέλια) «Οχι, εγώ δεν το βλέπω έτσι. Αλίμονο αν κάθε φορά που χωριζόμασταν από κάποιον κάναμε μια πρόβα θανάτου. Οχι, όχι. Εγώ το βλέπω απλώς σαν να χωρίζεις με κάποιον».

Η ύπαρξη του τέλους είναι που κάνει ενδιαφέρουσα την ιστορία;

«Οχι, για μένα δεν είναι αυτό το ενδιαφέρον και δεν μου αρέσει καθόλου η ιδέα του τέλους, είτε αυτό αφορά μια σχέση είτε ένα βιβλίο είτε οτιδήποτε άλλο».

Αρα το τέλος είναι ένα λάθος, ε;

(γέλια) «Δεν νομίζω. Ολα τα λάθη θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Ενώ το τέλος  δυστυχώς  είναι κάτι αναπόφευκτο».

Υπάρχει έμπνευση;

«Βέβαια υπάρχει, θέλει και ρώτημα; Υπάρχουν ημέρες που δεν έχω καμία όρεξη να ζωγραφίσω και άλλες που νιώθω απόλυτη ανάγκη να εκφραστώ, να βγάλω αυτό που υπάρχει μέσα μου».

Σας ευχαριστώ πολύ.

«Κι εγώ».



Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=102927&ct=34&dt=13/09/1998#ixzz0koOPP9hL

 

 
http://www.aicf.gr/el/press/1

 


1996

 

 


 Ιστορίες του παρθένου δάσους

  Συγγραφέας Quiroga, Horacio  Contes de la foret vierge 
Μεταφραστής Μανδηλαράς, Φίλιππος
Μεταφραστής Πασσιά, Αγγελική
Εικονογράφος Loustal, Jacques de
121Σελ.
Μαλακό εξώφυλλο
21χ14
ISBN : 960-16-0545-2
2003-3
Βιβλίο
Αθήνα
Τόμοι : 1
Γλώσσα :*Ελληνικά*
Γλώσσα Πρωτοτύπου :Ισπανικά
Μετάφραση από τα :Ισπανικά
 

 

 

 

 

 

 




Βαβέλ
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ: JACQUES DE LOUSTAL

http://www.babelfestival.gr/

Του Αβραάμ Κάουα

Ξεφυλλίζοντας τα κόμικς του Jacques de Loustal, έχεις την αίσθηση πως βρέθηκες σε έναν κινηματογράφο που παίζει μονίμως ταινίες από αυτές που δεν φτιάχνονται πια, ή σε μια βιβλιοθήκη γεμάτη με σκονισμένα βιβλία παρατημένα εκεί από τα μέσα του περασμένου αιώνα. Το σύμπαν του Loustal είναι φτιαγμένο από αισθήσεις, όνειρα, και ατμόσφαιρες του παρελθόντος, γεμάτο από κινηματογραφικές και λογοτεχνικές αναφορές, από φαντάσματα άλλων εποχών, από ψυχές παγωμένες σε ένα στιγμιότυπο της ατέρμονης καθόδου τους στην άβυσσο του χρόνου.



Από το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ ακόμα, το Μια Βέσπα, Μαύρα Γυαλιά? (Une vespa, des lunettes noires..., 1980), διαφαίνεται μια ευαισθησία ρυθμισμένη στη νοσταλγία του ανείπωτου, στις συχνότητες της αναπόλησης αλλοτινών εποχών και αλλοτινών τόπων όπως το Μαρόκο του Zenata Plage (1984) σε συνδυασμό όμως με μια βέβηλη τάση ανάπλασής τους με τη μορφή φυλλαδίων όχι τουριστικών, αλλά μελαγχολικών, καταθλιπτικών, σκληρών (και γι αυτό γνήσια ρομαντικών). Για να το καταφέρει, επικεντρώνεται περισσότερο στο να αναδείξει το περιβάλλον των πρωταγωνιστών-φαντασμάτων του παρά τους ίδιους. Σκύλοι και σαύρες λιάζονται στα εξωτικά τοπία του, ενώ οι άνθρωποι κρύβονται στις σκιές των ψυχών τους. Εκτοπίζοντας το κείμενο εκτός εικόνας, ο Loustal σκηνοθετεί το λόγο ως λεζάντα σε αναμνηστικές φωτογραφίες μιας υπέροχης πλήξης, μιας πραγματικότητας από την οποία απουσιάζει η ζωντάνια και απομένουν μόνο ακουαρέλες και μελάνια. Το σχέδιό του μοιάζει επίπεδο, χωρίς διαστάσεις, προοπτική και βάθος, αλλά αυτή η ρηχότητα στοιχειώνεται από τους πρωταγωνιστές. Όλοι οι χαρακτήρες του μοιάζουν άνθρωποι που προσπαθούν απεγνωσμένα να κρύψουν κάτι, και οι βινιέτες του είναι καδραρισμένες έκκεντρα, με καίρια στοιχεία τοποθετημένα στο περιθώριο ή και παντελώς απόντα από το πλάνο. Ο Loustal είναι ο σχεδιαστής της έλλειψης. Ιδανικοί σκηνοθέτες για να μεταφέρουν κόμικς του στο σινεμά θα ήταν ο Πολάνσκι, ο Μπρεσόν, ο Μελβίλ, ο Βέντερς, ο Ταβερνιέ, ο Φον Στέρνμπεργκ (δημιουργοί ελλειπτικοί, αλλά ταυτόχρονα εντελώς παρελθόντες: νεκροί, ή σε παρακμή). Η εμμονή του με το παλιό σινεμά και ιδιαίτερα με τη φελινική Dolce Vita εκδηλώνεται νωρίς, στα Σινερομάντζα (Cine-Romans, 1988), και κορυφώνεται στο Αυτό που εκείνος περίμενε από κείνη (Ce qu'il attendait d'elle, 2001).

Παράλληλα με τις αφηγηματικές ιστορίες του, ο Loustal έχει φιλοτεχνήσει πίνακες και έχει εικονογραφήσει βιβλία, δουλειές που κατά καιρούς έχει συλλέξει σε τόμους με τίτλους ιδιαίτερα εύλογους: Τα φώτα της μέρας (Lumieres du jour, 1988), Το χρώμα των ονείρων (Couleur des reves, 1994), Ήλιοι της νύχτας (Soleils de nuit, 1998) και Εκείνοι, οι νήσοι, εκείνες (Iles et elles, 2002). Σε αυτά τα βιβλία φαίνονται ακόμα περισσότερο οι επιρροές του από τους φωβιστές και τον David Hockney, ο εξωτισμός κι ο ερωτισμός που υπαινίσσεται η νοσταλγία του. Όμως η αποκρυπτογράφηση του φαινομένου Loustal δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης χωρίς τα ταξίδια. Η φαντασία του βρίσκει το γαλλικό εξάγωνο πολύ περιορισμένο, όπως μαρτυρούν τα ταξιδιωτικά του βιβλία που περισυλλέγουν, πάντα σε εικόνες, τις εμπειρίες του από εκείνες τις περιοχές του κόσμου όπου ο χρόνος κυλά πιο αργά: Ιάβα (1996), Ταξίδι στη Μεσόγειο (1996), και τέσσερα Τετράδια ταξιδίων από το Περού μέχρι τη Σενεγάλη και το Βιετνάμ.



Από τις πολλές συνεργασίες του με ταλαντούχους συγγραφείς ξεχωρίζουν οι Αναμνήσεις γυναικών του Morel Cox) (Memoires avec dames par Morel Cox, 1989, σε σενάριο Fromental), από τα λίγα «κλασικού ύφους» κόμικς του, με έναν ήρωα που αποτελεί διαστροφικό φόρο τιμής στον Tintin, η εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Alain Gerber Οι άγγελοι του Ρίο (Les Anges de Rio, 1995) που θυμίζει πλάνα από την Πόλη του Θεού, ο Gaby (1996 σε σενάριο Pierre Coré), μια ιστορία για έναν ερωτευμένο άγγελο που έδωσε στον Loustal τη σπάνια ευκαιρία να δουλέψει σε έναν κόσμο «αχρονικό», για την αναπαράσταση του οποίου δεν θα χρειαζόταν φωτογραφικά ντοκουμέντα ως βοηθήματα, τα noir αφηγήματα Οι αδελφοί Αντάμοφ (Les Frères Adamov, 1991) και White Sonya (2000), και τα δύο σε σενάριο του Jerome Charyn, η Πανώρια Θάλασσα της Κίνας (Jolie Mer de Chine, 2002) και το Ουδέν νεώτερον από το Οχυρό Μπονγκό (Rien de neuf à Fort Bongo, 2004), προσαρμογές σε μορφή κόμικς των παρακμιακών εξωτικών μυθιστορημάτων του Jean-Luc Coatalem, καθώς και η εικονογράφηση ενός ασυνήθιστα «τροπικού» μυθιστορήματος του Georges Simenon, του Τουρίστα της μπανάνας (Touriste de bananes, 1998).

Η μακροβιότερη όμως και πιο σημαντική συνεργασία του Loustal είναι τα ντουέτα του με τον τεχνίτη του λόγου Philippe Paringaux. Ξεκινώντας από το αμερικάνικο φόντο του New York Miami (1980), οι δύο δημιουργοί, σαν τζαζίστες απόλυτα εναρμονισμένοι στον αυτοσχεδιασμό τους, πλάθουν κείμενα σαν τραγούδια και εικόνες σαν μελωδίες, soundtrack για σχέσεις ανθρώπινες και άδοξες σε σκηνικά από τις απομονωμένες τροπικές ζώνες μέχρι τις ερήμους των μεγαλουπόλεων. Από τα Ερωτικά στιγμιότυπα (Clichés d amour, 1982), μικρές, αιχμηρές ιστορίες αγάπης (ή ιστορίες μικρής, αιχμηρής αγάπης, πάρτε το όπως θέλετε), οι Loustal-Paringaux προχώρησαν στις Καρδιές στην άμμο (Coeurs de sable, 1985), όπου η σκόνη της ερήμου πνίγει τις ερωτικές περιπέτειες μιας ομάδας στρατιωτών της Λεγεώνας των Ξένων, διαποτίζει μοιραίες γυναίκες τύπου Marlene Dietrich, και καλύπτει τα φαντάσματα κινηματογραφικών τυχοδιωκτών όπως οι Gary Cooper, Jean Gabin και Humphrey Bogart, καταδικάζοντας τα πάντα στη λησμονιά, και από κει έφτασαν στη ιστορία του Kid Congo (1997), λυπητερή και ζοφερή σαν blues με νότες από κάρβουνο. Ακόμα και σήμερα, όμως, καμία από αυτές τις υπέροχες ιστορίες δεν έχει επισκιάσει τη φήμη του Ο Μπάρνεϊ και η θλιμμένη νότα (Barney et la note bleue, 1987), της ιστορίας που αποτελεί την πεμπτουσία του στυλ Loustal-Paringaux.

Ο ήρωας του Ο Μπάρνεϊ και η θλιμμένη νότα είναι φανταστικό πρόσωπο, ένα αμάλγαμα του σαξοφωνίστα Barney Wilen με άλλους μουσικούς-αρχέτυπα της τζαζ μυθολογίας, αλλά η ιστορία των Loustal-Paringaux είναι τόσο δυνατή, που ο μύθος υποκαθιστά την πραγματικότητα, και πλέον μόνο όσοι αναγνώστες είναι και γνώστες της τζαζ θα «διαμαρτυρηθούν» πως ο Barney Wilen δεν πέθανε μαζί με τον «σωσία» του. Πρόκειται για μια κάπως ασεβή, ελευθέρια προσέγγιση της ιστορίας της τζαζ, η οποία απουσιάζει από π.χ. την αντίστοιχη αριστουργηματική βιογραφία της Billie Holiday από τους Muñoz-Sampayo. Μια άλλη, καίρια διαφορά, είναι η επιλογή του χρώματος. Ο Loustal δεν δηλώνει ξένος προς το ασπρόμαυρο: το έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές ως yin και yang της ανθρώπινης ύπαρξης, για να μιλήσει για τις σχέσεις και τη ζωή όπως οι Muñoz-Sampayo, δηλαδή με τόνους σκληρούς και απόλυτους, αλλά βαθιά μελαγχολικούς. Όμως το χρώμα στο Ο Μπάρνεϊ και η θλιμμένη νότα λειτουργεί με μια αντίστροφη από ό,τι θα περίμενε κανείς λογική. Τα χρώματα κυλούν πάνω από τους χαρακτήρες σαν να δανείζουν τη ζεστασιά τους σε ψυχές ψυχρές κι απόμακρες, φευγαλέα σαν τα συναισθήματά τους. Σαν διεστραμμένες καρτ-ποστάλ από εγκαταλειμμένα, παρακμασμένα τουριστικά θέρετρα, οι βινιέτες του Loustal απεικονίζουν σε χρώμα τους ισχνούς φοίνικες, τις ξεθωριασμένες ομπρέλες πλάι στις άδειες πισίνες, τις τουλούπες καπνού που τυλίγουν αδύναμους ανεμιστήρες, τις μεθυσμένες γκριμάτσες εν μέσω χαοτικών συζητήσεων, τα αργά (στατικά, στάσιμα) κρουαζιερόπλοια, τους τελειωμένους έρωτες, τις πεταμένες ζωές. Αυτές οι βινιέτες δυσφημίζουν τις ανθρώπινες ατραξιόν τους αντί να τις κάνουν πιο ελκυστικές, ακριβώς επειδή διαχέονται από χρώματα που μιλούν για χαμένες ευκαιρίες: ο Barney, ταλαντούχος αλλά εγωιστής, ναρκομανής αλλά ψυχρός, ερωτικός αλλά αδύναμος, «φιλοδοξεί» κατά κάποιο τρόπο να γίνει γνήσια τραγικός, σαν την Billie, αλλά αποτυγχάνει, όπως αποτυγχάνει γενικώς στη ζωή του. Αυτό που τον κάνει συμπαθή δεν είναι το ασπρόμαυρο μεγαλείο που θα περίμενε κανείς από μια ιστορία για έναν μουσικό της τζαζ, αλλά η έγχρωμη μετριότητά του ως ανθρώπου. Αυτή τη συμπαθή μετριότητα προσπαθούν να κρύψουν όλοι οι χαρακτήρες του Loustal. Ιδιοφυής όσο και ρομαντικός, πικρόχολος όσο και τρυφερός, ο Loustal πάνω από όλα έχει το θάρρος να ατενίζει το νοσταλγικό παρελθόν ως φτιαχτό, ως τέχνημα, με τη μελαγχολία της ανάμνησης που διακρίνει συγγραφείς σαν τον Paul Bowles. Γιατί τι άλλο είναι η νοσταλγία, οι αναμνήσεις, από ένα παρελθόν φτιαχτό, επιτηδευμένα χρωματισμένο έτσι ώστε να καλύψει την ανθρώπινη μετριότητα;


 

Βαβέλ / Babel 1986, nr 59, Loustal p. 65 - 70

Couverture/cover: Loustal

Muchas gracias Alfonso Repulles

JACQUES DE LOUSTAL 

        Γεννιέται στις 10 Απριλίου του 1956 στη Γαλλία. Εμφανίζεται σε φανζίν από τα χρόνια που είναι φοιτητής αρχιτεκτονικής. Από το 1979 συνεργάζεται με τον σεναριογράφο Philippe Paringaux, αρχικά σε μικρές ιστορίες  στο Metal Hurlant και στη συνέχεια στο A Suivre σε μια σειρά από θαυμάσιες μεγάλες ιστορίες (Καρδιές από άμμο, Ο Μπάρνεϊ και η μπλε νότα, Ένας ρομαντικός νέος, Kid Congo).Σ' όλη τη δεκαετία του '80 συνεργάζεται με πολλά άλλα περιοδικά (Echo des Savannes, Pilote, κ.λ.π.), σχεδόν πάντα δουλεύοντας με σεναριογράφους, μεταξύ των οποίων ο Jean-Luc Fromental και ο συγγραφέας Jerome Charyn. Παράλληλα, ξεχωρίζει και ως σημαντικός (και παραγωγικότατος) εικονογράφος, τόσο με προσωπικά του άλμπουμ και portfolios όσο και δουλεύοντας σε βιβλία άλλων από το 1984 μέχρι τις μέρες μας. Πρόσφατα, μάλιστα, εικονογράφησε το βιβλίο του Jean-Luc Coatalem "Jolie Mer de Chine".
        Από τους πιο ευαίσθητους σύγχρονους δημιουργούς, με εικόνες που διακρίνονται για την ατμοσφαιρικότητα, τη νοσταλγική διάθεση και τη συναισθηματικότητά τους και κυρίως για το πολύ καλό χρώμα τους. Επηρεασμένος περισσότερο από τη ζωγραφική παρά από τα κόμικς, προτιμά να γράφει στο κάτω μέρος τις λεζάντες των καρέ του, χωρίς να χρησιμοποιεί "μπαλονάκια".
        Από τους δημιουργούς που έχουν φέρει τα κόμικς κοντά στη λογοτεχνία και τα έχουν προικίσει με έναν ιδιαίτερο αέρα κομψότητας, μπορεί να χαρακτηριστεί ένας από τους τελευταίους ρομαντικούς της εποχής μας.

 

Babel 78, 1987
interview Loustal p. 6 -12

Loustal - Fromental  43 - 51 Whitechapel

LOUSTAL

Τρίτη απόγεύμα, λίγοι αράδες σκοτώνούν τις ώρες τους ακίνητοι, στις όχθες τον καναλιού Saint Martin. 'Ολα είναι τόσο ήσύχα γύρω, πού Θα νόμιζε κανείς ότι δεν βρίσκεται στο Παρίσι. Τυπικό κτίριο 19ον αιώνα - το ασανσέρ ίσως να 'ναι ακόμα παλιότερο. 0 συνομιλητής μας εγκάρδιος: «Περάστε δίπλα, μιλάω στο τηλέφωνο». Καναπές μοντέρνος, σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη επίπλωση πού είναι απλή και κλασική. Μερικές φράσεις αβροφροσύνης μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές. Δνο Ehrhard, τρεις-τέσσερις Loustal κι ένας Crumb κοσμούν τους τοίχούς. Στο διπλανό δωμάτιο, δύο τραπέζια σχεδίού, δύο βιβλιοθήκες ασφυκτικά γεμάτες, αμέτρητοι φάκελοι με σχέδια - ένα àνεκτίμητο αρχείο. Πάνω στο ένα σχεδιαστήριο, τέσσερα σχέδια, παραλλαγές ενός ζευγαριού πού χορεύει: Δοκιμές στις στάσεις και στα πρόσωπα - δεν είναι εύκολο πράγμα να είναι κανείς απαιτητικός στη δονλειά τον. Μια ματιά στις δύο καινούριες ιστορίες πού ετοιμάζει και μτιορούμε ν' αρχίσούμε τη συνέντενη.

Α Π 0 • Τ Ο Ν • Ν • Π Ρ Ο Κ 0 Β Α

Babel 1988, nr 88, Loustal p. 43 - 47 : Burney Willen (Barney Wilen)

Muchas gracias Alfonso Repulles








Babel 1987, nr 71, Loustal p. 43 -54


Psycho-Babel

The subversive 'magazine for comics' turns a respectable 20 and sketches an online future, the loosely-styled magazine for comics, is in danger of reaching maturity as it turns 20 this year. Launched in 1981 the groundbreaking publication introduced the art of comics to the country's youth and now together with Gynaika and Tesseris Trohoi is competing for the title of the oldest magazine in Greece. 

It has survived two decades of immense change in the Greek media, awakening generations of readers to the world of comics and design; introducing Altan, Caze, Reiser, Bilal, Loustal, Moebious, Crepax, Dalmatia, Pazienza, Tamburini, Manara. 

International recognition

In 1987, prestigious comic periodical Les Cahiers de la Bande Dessinne listed Babel in its European top ten. In the same year it drew special tribute from Liberation who were fascinated by the work of Pazinenza Loustal and Munoz featured in Babel's landmark comic exhibition. 

Despite black-and-white beginnings, coloured comics first appeared between the covers in 1982 in a special issue on the coup d'etat in Poland and by 1986 Babel boasted an impressive design, layout and graphics, promising to define Greece's entire aesthetic perspective. 

Fifteen years on their case is compelling, as the publication has nurtured a generation of magazine readers and producers with Babel alumni scattered through the ranks of Greece's media. Among the nationally-established comic artists who cut the teeth at Babel are Arkas and Kailatzis and they are joined by a legion of art directors, graphic designers and writers taking pride of place in the country's current media landscape.

Landscape artists

Editor Giorgos Siounas confesses: "there are only two or three things I'm sure of with regard to Babel and these are that it tried to subvert aesthetic judgment - to open a window to other different, weird images from accommodating the innovations of Munoz to accepting the mad ideas of Koulas." 

In 1984, Babel paid special tribute to Mario Dalmaviva who was jailed by the Italian authorities as a terrorist penalized for his ideas, in an issue that became a symbol for freedom of expression and intellectual amnesty in northern Europe. 

Issue one

The issue was only the beginning of Babel's contribution in raising awareness of causes that were largely unknown to the Greek youth and public. In 1989 using the comics of Toppi, Aidini, Baldazzini, Papaioannou, Babel published an issue devoted to a larger campaign introducing the concept of environmentalism. 

This effort was followed by a more controversial bid to legalise marijuana, that resulted in a special issue reprinted all over the Greek press sparking widespread public debate on the subject. In the 90s Babel has continued to produce a top quality magazine which treats comics as an integral form of youth sub-cultural expression. Young people from around the country send their sketches, pieces or 'zines in an attempt to reach out to others. 

Building on its network and support the magazine has been able to make a major impact on Athenian cultural life in the form of the annual Babel festival. The week-long event, devoted to youth creativity and comics, has gradually established itself in the evolving area of Gazi with more than 150,000 visitors in 2000.

The festival's impact has been felt beyond the bounds of comic art with many of the featured bands going on to earn major record deals. This year the festival included live audio-mixing, multimedia installations - and of course comics. 

As Babel sketches into its second century it is read by close to 15,000 around the country and has added at least 220 issues and 1,700 images to their imagination. The next step is to secure the funding that would open up a whole new audience as Babel looks to create an online presence to match its impressive paper past.

info from: http://www1.greece.gr/LIFE/Media/psychobabel.stm

Babel: http://www.babel.gr


Memoires avec dames  "La demoiselle en blanc"

1995 Loustal  Grieks/Greek magazine
Babel N° 103 (novembre 89), illustration couleur Loustal

 

2004 ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ:
Μεγάλη αναδρομική έκθεση με comics, εικονογραφήσεις και ζωγραφικά έργα του περίφημου γάλλου καλλιτέχνη Jacques de LOUSTAL.
edition of the Greek Magazine "Periodiko", Vol. 29 May 1987 with a rare Andy Warhol cover. More Articles and photo interviews about Martin Scorzese, Kim Novac, Andreas Vollenveider, Oliver Stone, Ava Gardner, Jacque Loustal, Bob Willson, Jean Jene, Liza Bonet, Kathreen Hammett, etc. inside.
 
 
http://nootropia.blogspot.com/2006/11/blogo.html
Κάτω από το ηφαίστειο
Για τρίτη φορά καλοκαίρι στην Αθήνα. Μια μυθολογία που σέρνεται...
ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ

Τα καλοκαιρία στην πόλη έχουν αρχίσει να μυθοποιούνται πολύ πριν τους οδηγούς πόλης. Έχει κάτι ρομαντικό να ξεμένεις στα μετόπισθεν. Ποιητές συνήθως, ζωγράφοι, κινηματογραφιστές, έχουν μιλήσει για τη σιγασμένη, υπόκωφη λαγνεία της πόλης - κυρίως τη νύχτα, που απ' τα ανοιχτά παράθυρα ακούς τα βογκητά των άλλων, στα μπαλκόνια βλέπεις την κάφτρα των τσιγάρων. Εμπειρίκος, Αντονιόνι -και στα μακρινά έιτις ο Λουστάλ, το Φεγγάρι στον Υπόνομο, η Ντίβα - ο φτηνούτσικος αλλά τόσο πειστικός τότε γαλλικός ρομαντισμός των κόμιξ και του Μπένεξ.

Μ' αρέσουν τα καλοκαιριάτικα βράδια στην Αθήνα. Πολύ. Όλα γίνονται πάλι εύκολα, όλα ομορφαίνουν. Μια μπίρα και ένας τοίχος να ακουμπήσεις την πλάτη σου αρκούν. Η ζέστη παραλύει όσους ματαίως σφίγγονται. Από τα βουνά και τους λόφους οι πολυκατοικίες μοιάζουν με τσιμεντένιο κήπο. Στα μαγαζιά (αν έχουν ακόμα λεφτά στην τσέπη) οι κεντίστρες του σεξ υφαίνουν υπομονετικά ένα υφαντό που την άλλη μέρα το βρίσκουν ξηλωμένο. Μερικοί μπαλώνονται. Αγάπες για το καλοκαίρι.

Στο ίντερνετ βρήκα αυτά τα παλιά πλάνα του Λουστάλ (που τώρα μεγαλοπιάστηκε και κάνει εξώφυλλα στο «Νew Yorker»). Εμπεριέχουν όλη τη «φυλαχθείσα ηδονική συγκίνηση». Τις αμέτρητες βόλτες με αυτοκίνητο και Τuxedomoon στα ηχεία. Μεθύσια μόνος στο σπίτι με Μονκ και Πάρκερ (και ποπ της πλάκας μετά). Το βάρος του ουρανού από τα ξαφνικά αστέρια. Τα μπάνια της νύχτας. Τα μπαρ στο δρόμο και της γειτονιές, μια μπάρα φιλόξενη κι ένας τύπος που σε συμπαθεί λιγάκι ώστε να σου δίνει καθαρό ουίσκι. Η τροπική μυθολογία με τους φοίνικες, τους εραστές στα λινά, τα αγοροκόριτσα-έγκλημα, τον Τσάντλερ στην οδό Λήμνου - όλα από βιβλία που σου πήραν τα μυαλά και σε ψιλοσαλέψανε διά βίου. Καλοκαίρια στην πόλη, γαλάζια, υπόπικρα και dry σαν μαρτίνι και παραλιακό αεράκι.

Χωρίς να ξέρω τι από αυτά είναι αλήθεια και τι ψέματα, λέω στα παιδιά να φτιάξουμε κι αυτό το αφιέρωμα. Στο οποίο εγκαινιάζουμε δυο νέα sections: ένα για το Βιβλίο και ένα για Ταξίδια. Στόχος να γίνει σύντομα η LifO μια εφημερίδα πλήρης, που να καλύπτει όλα τα ενδιαφέροντα των Αθηναίων.

Το ταξίδι συνεχίζεται στα βαθιά...

de Voyages